κεφάλαιο

κεφάλαιο
Το μέρος του παραγόμενου πλούτου που προορίζεται για την παραγωγή νέου πλούτου και όχι για κατανάλωση, δηλαδή για την άμεση ικανοποίηση μιας ανάγκης. Είναι ένας από τους τέσσερις συντελεστές παραγωγής μαζί με τη γη, την εργασία και την επιχειρηματικότητα. Από οικονομική άποψη, ο παραγωγικός προορισμός είναι το μόνο διακριτικό χαρακτηριστικό του κ. (το ίδιο αγαθό μπορεί να θεωρηθεί ή να μη θεωρηθεί ως κ., ανάλογα με τη χρήση του· για παράδειγμα, είναι κ. το σιτάρι που φυλάσσουν οι χωρικοί για σπόρο, αλλά δεν είναι κ. εκείνο με το οποίο κάνουν ψωμί). Το κ. μπορεί να είναι υλικό αλλά και –κυρίως– χρηματικό. Σήμερα οι αποταμιευτές δεν αποθησαυρίζουν πλέον φυσικά αγαθά, αλλά περιορίζονται στην αποταμίευση ενός μέρους του χρηματικού τους εισοδήματος, το οποίο καταθέτουν στην τράπεζα ή χρησιμοποιούν για την αγορά χρεογράφων στο χρηματιστήριο για να απολαύσουν τον ανάλογο τόκο. Με τον τρόπο αυτό, όμως, θέτουν το χρήμα που αποταμίευσαν στη διάθεση των επιχειρήσεων, οι οποίες το χρησιμοποιούν για παραγωγικές επενδύσεις και μετατρέπουν, έτσι, τη χρηματική αποταμίευση σε κ., εφόσον η απόφαση της αποταμίευσης και η απόφαση της επένδυσης λαμβάνεται από διαφορετικά πρόσωπα που ενεργούν αυτόνομα και κινούνται από διαφορετικές επιδιώξεις. Από τον ρυθμό σχηματισμού του κ. εξαρτάται η μελλοντική ανάπτυξη του εθνικού εισοδήματος, η κοινωνική πρόοδος και το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού, καθώς ο τελευταίος θα πρέπει να είναι ικανός, όχι μόνο να αντικαταστήσει τα μηχανικά αγαθά, εφόσον η φθορά και η πάροδος του χρόνου τα αχρηστεύουν, αλλά και να οδηγήσει σε γενική αύξηση του κ., δηλαδή του συνόλου του παραγωγικού εξοπλισμού που διαθέτει η χώρα. Η φύση του κ. απασχόλησε όλους τους μεγάλους οικονομολόγους. Σύμφωνα με την κλασική θεωρία, όπως διαμορφώθηκε κυρίως από τον Άνταμ Σμιθ και τον Ρικάρντο, το κ. είναι μέσο αποθήκευσης της αξίας που παράγει η εργασία. Ένα μέρος του κ. αποτελείται από καταναλωτικά αγαθά για τη συντήρηση του εργατικού δυναμικού και ένα άλλο μέρος από παραγωγικά αγαθά για την ανανέωση της παραγωγικής διαδικασίας. Η βελτίωση της παραγωγικότητας δίνει τη δυνατότητα για μεγαλύτερη συσσώρευση κ. και αύξηση της παραγωγής. Ο Καρλ Μαρξ αποδέχτηκε τον βασικό ορισμό του κ. αλλά κατέδειξε τον ταξικό χαρακτήρα του, καθώς τα μέσα παραγωγής ελέγχονται από την μειονότητα των καπιταλιστών, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο καρπώνονται το πλεόνασμα της παραγωγής των εργαζομένων, των μόνων παραγωγών πραγματικής αξίας σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία. Στη συνέχεια η θεωρία του κ. συμπληρώθηκε ή τροποποιήθηκε από οικονομολόγους όπως ο Τζον Στιούαρτ Μιλ (ψυχολογική θεωρία του κ., όπου διερευνώνται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τα άτομα επιλέγουν να απέχουν από την τρέχουσα κατανάλωση προτιμώντας τη μελλοντική), τον Άλφρεντ Μάρσαλ (ο οποίος προσπάθησε να συγκεράσει την κλασική με την ψυχολογική θεωρία του κ.) και τον Τζον Μέιναρντ Κέινς (ο οποίος προσέθεσε τον παράγοντα ρευστότητα στη διερεύνηση της φύσης του κ.). Στη λογιστική, όλη η περιουσία που διαθέτει μια επιχείρηση (είτε έχει τη μορφή εξοπλισμού είτε χρηματικού ποσού ή και απλών πιστώσεων) θεωρείται κ., εφόσον η περιουσία αυτή προορίζεται ολοκληρωτικά από τη φύση της επιχείρησης για την παραγωγική δραστηριότητά της. Ο όρος κ. παίρνει, άλλωστε, στην περίπτωση αυτή πολλές διαφορετικές σημασίες που αντιστοιχούν σε διάφορα κριτήρια ταξινόμησης και λογιστικής εκτίμησης. Πραγματικά, χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό είτε του συνόλου των αγαθών που ανήκουν σε μια επιχείρηση σε μια ορισμένη στιγμή (ποιοτική όψη του κ.) είτε της συνολικής αξίας των αγαθών αυτών εκφραζόμενης σε χρήμα (ποσοτική όψη του κ.). Τα κ. της επιχείρησης μπορούν να ταξινομηθούν με βάση διάφορα κριτήρια, ανάλογα με τα οποία γίνεται η διάκριση μεταξύ ιδρυτικού κ. της επιχείρησης, εταιρικού κ., καθαρού κ., κ. κίνησης, κ. χρηματοδότησης, πάγιου κ. και κυκλοφορούντος κ. Ιδρυτικό κ. είναι τα αρχικά διαθέσιμα της επιχείρησης που προέρχονται από την εισφορά του επιχειρηματία. Όταν η επιχείρηση είναι ομαδική ή εταιρεία, το ιδρυτικό κ. αποτελείται από τα ποσοστά συμμετοχής των συνεταίρων, τα οποία στη μετοχική εταιρεία είναι όλα όμοια και αντιπροσωπεύονται από τίτλους που ονομάζονται μετοχές. Το εταιρικό ή μετοχικό κ. συμπίπτει με το ιδρυτικό, εφόσον δεν μεσολαβήσουν αυξήσεις ή μειώσεις έπειτα από απόφαση της συνέλευσης, και είναι πάντοτε ίσο με το άθροισμα των ποσοστών συμμετοχής. Το καθαρό κ. προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ του συνόλου των αξιών που εγγράφονται στα ενεργητικά περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, κινητά, εμπορεύματα, πρώτες ύλες, προϊόντα, χρήμα στο ταμείο, πιστώσεις, καταθέσεις σε τράπεζες κλπ.) και του συνόλου των αξιών που εγγράφονται στα παθητικά στοιχεία (χρέη σε προμηθευτές, σε τράπεζες, στο Δημόσιο, αποθεματικό για την αντιμετώπιση μελλοντικών πιθανών κινδύνων κλπ.). Στις εταιρικές επιχειρήσεις το εταιρικό κ. περιλαμβάνει επίσης τα κέρδη του αποθεματικού (τακτικού και έκτακτου) και τα κέρδη που δεν διανεμήθηκαν ακόμα, πλην των ζημιών της χρήσης. Συνήθως παριστάνεται στον ισολογισμό, στο δεξιό σκέλος, μετά την εγγραφή του παθητικού. Στο κ. κίνησης περιλαμβάνεται το σύνολο των διαθέσιμων αγαθών, οποιαδήποτε και αν είναι η προέλευσή τους, ή τα μέσα κίνησης του επιχειρηματία στα οποία συμπεριλαμβάνονται και το καθαρό κ. που ανήκει στην επιχείρηση και το κ. χρηματοδότησης το οποίο αποτελεί το σύνολο των προσωρινών διαθέσιμων της επιχείρησης ξένης ιδιοκτησίας, τα οποία αντιστοιχούν σε χωριστές παθητικές εγγραφές του ισολογισμού. Πάγιο κ. είναι το μέρος εκείνο του κ. που αποτελείται από αγαθά μακράς διάρκειας, τα οποία δεν εξαντλούνται στο πλαίσιο μίας μόνο παραγωγικής διαδικασίας (για παράδειγμα, μηχανές). Αντίθετα, το κυκλοφορούν κ. αποτελείται από τα στοιχεία εκείνα που εξαντλούνται μόνο με μία παραγωγική διαδικασία (για παράδειγμα, πρώτες ύλες) και ανανεώνονται συνεχώς, δηλαδή κυκλοφορούν. Στην καθημερινή γλώσσα, η λέξη κ. χρησιμοποιείται πολύ συχνά ως συνώνυμο της περιουσίας, δηλαδή του συνόλου των αγαθών –που σε μια ορισμένη στιγμή ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο– οποιουδήποτε είδους και αν είναι και για οποιοδήποτε σκοπό και αν προορίζονται. Με την έννοια αυτή μπορεί να ονομαστεί κ. και ένα χρηματικό ποσό γιατί και αυτό μπορεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας ενός ατόμου. To εσωτερικό ενός υφαντουργείου, όπως εικονίζεται σε αγγλική χαλκογραφία του 19ου αι. Η μεγάλη τεχνολογική εξέλιξη της υφαντουργικής βιομηχανίας κατά τον 18o και 19o αι. οδήγησε στην εξαφάνιση της βιοτεχνίας και στον διαχωρισμό του κόσμου του κεφαλαίου και του κόσμου της εργασίας. Παραγωγή όπλων σε χυτήριο του Γουέστ Πόιντ (Νέα Υόρκη), όπως εικονίζεται σε πίνακα της εποχής του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου. Η μεγάλη βιομηχανική οργάνωση είχε συμβάλει αποφασιστικά στη νίκη των «κεφαλαιοκρατικών» πολιτειών του Βορρά εναντίον των πολιτειών του Νότου.
* * *
το (ΑΜ κεφάλαιον, Μ και κεφάλαιο και κεφάλιο) [κεφαλή]
1. χρηματικό ποσό για επιχείρηση ή ποσό που προέρχετα από δάνειο, σε αντιδιαστολή με το εισόδημα και τον τόκο (α. «χρειαζόμαστε ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο για να ορθοποδήσουμε» β. «τῆς ἐμῆς οὐσίας... ὅλον τὸ κεφάλαιον ἀνῃρήκασιν», Δημοσθ.)
2. το σύνολο τών περιουσιακών στοιχείων που έχει κάποιος και τα οποία αποφέρουν εισόδημα με δανεισμό, ενοικίαση ή επένδυση (α. «το κεφάλαιο τής εταιρείας ανέρχεται σε τρία δισεκατομμύρια» β. «τοῡτο το κεφάλαιόν ἐστιν ὀκτώ μυριάδες δραχμῶν», Πλούτ.)
3. καθεμιά από τις ενότητες στις οποίες είναι διαιρεμένο ένα βιβλίο, ένα υπόμνημα, μια πραγματεία, μια ομιλία κ.λπ.
νεοελλ.
1. το σύνολο τών κεφαλαιούχων («το κεφάλαιο εκμεταλλεύεται τους εργάτες»)
2. (κοινων.-οικον.) α) (με ευρεία έννοια) όλοι οι συντελεστές τής παραγωγικής διαδικασίας, δηλαδή όλα τα αγαθά, υλικά και άυλα, και ο ανθρώπινος παράγων
β) (με στενή έννοια) το χρήμα και τα κεφαλαιουχικά αγαθά
γ) (σύμφωνα με τη μαρξιστική ορολογία), η αξία —ή, στην ουσία, η κοινωνική σχέση— η οποία με την εκμετάλλευση τής μισθωτής εργασίας αποφέρει υπεραξία
3. (μτφ) (για πρόσ.) άτομο το οποίο έχει αξία ή δύναμη ωφέλιμη ή τιμητική για το σύνολο («ο Χ. αποτελεί μεγάλο εθνικό κεφάλαιο»)
4. φρ. «Το Κεφάλαιο» — τίτλος κορυφαίου έργου τού Καρλ Μαρξ
μσν.
1. (για πόλη) πρωτεύουσα
2. υπεροχή, κυριαρχία
3. σημαντική λεπτομέρεια
4. φρ. «εἰς τὸ κεφάλιο» — εξ ολοκλήρου
μσν.-αρχ.
1. το κυριότερο, το σπουδαιότερο μέρος ενός πράγματος («κεφάλαιον δὴ παιδείας λέγομεν τὴν ὀρθὴν τροφήν», Πλάτ.)
2. μτφ. η κεφαλή, ο αρχηγός, ο πρώτος (α. «διά τὸ ἔνι κάστρον φοβερόν, τὸ κάλλιον τῆς Ρωμανίας, καὶ ἔνι τὸ κεφάλαιον, ὅπερ γὰρ ἀφεντεύει ὅλην τὴν Πελοπόννησον», Χρον. Mop.
β. «τὸν Θαλῆν τῶν σοφῶν τὸ κεφάλαιον», Ιουλ.)
αρχ.
1. (κυρίως για ψάρι), το κεφάλι ή τα γύρω από το κεφάλι μέρη, («θύννου τε κεφάλαιον τοδί», Καλλί.)
2. η ρίζα τού ραπανιού, το ραπάνι
3. ανακεφαλαίωση, περίληψη, ανασκόπηση
4. τα σπουδαιότερα μέρη μιας συγγραφής («τὰ κεφάλαια συγγράφων Εὐριπίδῃ», Αντιφάν.)
5. η κορωνίδα, η συμπλήρωση κάθε πράγματος
6. φρ. α) «ἐν κεφαλαίῳ» ή «ἐν κεφαλαίοις» ή «ἐπὶ κεφαλαίου» ή «ἐπί κεφαλαίοις» — περιληπτικά, σε ανακεφαλαίωση («λέγειν εἰμί ἕτοιμος... μὴ μόνον ἐν κεφαλαίοις», Πλάτ.)
7. (ρητορ.) η περίληψη επιχειρήματος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • κεφάλαιο — το 1. χρηματικό ποσό που κατατίθεται σε επιχείρηση ή δίνεται ως δάνειο: Η εταιρεία αυτή έχει ρίξει στη δουλειά μεγάλα κεφάλαια. 2. το σύνολο των κεφαλαιούχων: Το κεφάλαιο δεν πρέπει να εκμεταλλεύεται τους εργάτες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κεφαλαίο — Το μέρος του παραγόμενου πλούτου που προορίζεται για την παραγωγή νέου πλούτου και όχι για κατανάλωση, δηλαδή για την άμεση ικανοποίηση μιας ανάγκης. Είναι ένας από τους τέσσερις συντελεστές παραγωγής μαζί με τη γη, την εργασία και την… …   Dictionary of Greek

  • κεφαλαιοποίηση — Όρος που ως οικονομική έννοια σημαίνει τη διαδικασία μετατροπής του εισοδήματος σε κεφάλαιο ή παλαιών κεφαλαίων σε νέα κεφάλαια. Στα οικονομικά μαθηματικά, η κ. παίρνει τη σημασία πράξεων, με τις οποίες προστίθενται σε ένα κεφαλαίο οι… …   Dictionary of Greek

  • οικονομικά μαθηματικά — Το σύνολο των μαθηματικών γνώσεων, που χρησιμοποιεί η οικονομία. Τελευταία τα μαθηματικά χρησιμοποιούνται, σε συνεχώς μεγαλύτερη έκταση, στην οικονομική θεωρία και πράξη. Στην οικονομική θεωρία με τη χρησιμοποίηση μαθηματικών μεθόδων (αλγεβρικές… …   Dictionary of Greek

  • συνεταιρισμός — Ως γενικότερη έννοια, σ. είναι κάθε οργανωμένη σύμπραξη πολλών προσώπων που επιδιώκουν τον ίδιο, συγκεκριμένο σκοπό. Την ελευθερία της συγκρότησης τέτοιων ομάδων συνεργασίας για την επιδίωξη νόμιμων σκοπών εγγυούνται τα συντάγματα όλων των… …   Dictionary of Greek

  • Μαρξ, Καρλ — (Heinrich Karl Marx, Τριρ 1818 – Λονδίνο 1883). Γερμανός φιλόσοφος και οικονομολόγος, εβραϊκής καταγωγής. Υπήρξε συνιδρυτής, με τον Φρίντριχ Ένγκελς, του επιστημονικού σοσιαλισμού και της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Σπούδασε νομική, ιστορία …   Dictionary of Greek

  • παραγωγή — Η ενέργεια του παράγω. Λέγεται επίσης και η νοητική διαδικασία κατά την οποία από μια ή περισσότερες κρίσεις (προτάσεις) φτάνουμε σε ένα συμπέρασμα ή, γενικότερα, συλλογισμό που από το γενικό οδηγεί στο μερικό. Στην ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης …   Dictionary of Greek

  • τόκος — Αποζημίωση που παίρνει ο κεφαλαιούχος χρησιμοποιώντας ο ίδιος (πρωτογενής τ. του κεφαλαίου) ή παραχωρώντας τη χρήση σε άλλους (τ. δανείου) ενός ορισμένου κεφαλαίου του, για μια ορισμένη χρονική περίοδο. Από τον Μεσαίωνα το θέμα του τ. τράβηξε την …   Dictionary of Greek

  • Ράμσεϊ, Τζορτζ — (Ramsay, 1800 – 1871). Άγγλος οικονομολόγος και φιλόσοφος, ένας από τους τελευταίους εκπρόσωπους της κλασικής αστικής πολιτικής οικονομίας. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και έγραψε φιλοσοφικά και ψυχολογικά έργα, έγινε όμως κυρίως… …   Dictionary of Greek

  • ασφάλεια — Σύμβαση με την οποία ο ασφαλιστής, με αντάλλαγμα την καταβολή ορισμένου ποσού (που ονομάζεται ασφάλιστρο), αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο μέσα στα όρια της συμφωνίας, για τη ζημιά που έπαθε από ένα ατύχημα (α. κατά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”